custom_html_banner1

Η μνήμη του Μεγάλου Πολέμου

Γράφει ο ΒΛΑΣΗΣ ΒΛΑΣΙΔΗΣ*

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί ένα σημαντικό όριο για την ανθρωπότητα. Με την έναρξή του τελειώνει η μακρά περίοδος ειρήνης που επικρατούσε καθ’ όλο τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Ο ταραγμένος και πολύνεκρος 20ός αιώνας διαδέχεται τον ειρηνικό 19ο αιώνα. Οι ευρωπαϊκοί λαοί μπαίνουν σε μια νέα ιστορική περίοδο με πολύ κόπο και πολύ αίμα. Γι’ αυτόν το λόγο οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί λαοί είτε διατηρούν την ιστορική μνήμη ζωντανή είτε προσπαθούν να την ενισχύσουν με κάθε τρόπο.

Οι νικητές

Οι Βρετανοί είναι αυτοί που ασχολήθηκαν περισσότερο από όλους τους λαούς και με μεθοδικότητα με τη διατήρηση και την ενίσχυση της μνήμης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε συλλογικό επίπεδο, ήδη από το 1917 ο Sir Fabian Ware με την υποστήριξη του πρίγκιπα της Ουαλλίας δημιούργησε την Imperial War Graves Commission με σκοπό να κρατήσει αρχείο με τα ονόματα όλων των νεκρών και στη συνέχεια να δημιουργήσει αξιοπρεπή μόνιμα στρατιωτικά κοιμητήρια στη Βρετανία και σε όσες χώρες πολέμησαν οι Βρετανοί. Ετσι δημιουργήθηκαν χιλιάδες κοιμητήρια κυρίως στο Βέλγιο και στη Γαλλία, αλλά στη συνέχεια σε όλες τις περιοχές όπου είχαν πολεμήσει οι Βρετανοί. Δεκαοκτώ κοιμητήρια βρίσκονται στην Ελλάδα. Τη μνήμη του πολέμου προσπάθησαν να διατηρήσουν με τη χρηματοδότηση πολλών έργων τέχνης μέσω της War Artists Advisory Committee.

Ομως, εκτός από τις παραπάνω οργανωμένες προσπάθειες υπήρχαν εκατοντάδες άτομα, βετεράνοι του πολέμου, που εξέδωσαν τις αναμνήσεις τους σε βιβλία, περιοδικά, έγραψαν μυθιστορήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα, ζωγράφισαν πίνακες που εκτέθηκαν δημόσια. Ακόμη περισσότεροι ήταν οι στρατιώτες που έφεραν πίσω τις φωτογραφίες που τράβηξαν στο Μέτωπο και με τις οποίες στόλισαν τα οικογενειακά άλμπουμ, για να θυμίζουν στις επόμενες γενιές τις θυσίες της κάθε οικογένειας.

Στη Γαλλία, όπως και στη Βρετανία, δημιουργήθηκαν μεγάλα κοιμητήρια για να τιμήσουν τους νεκρούς που έπεσαν για την πατρίδα, εκδόθηκαν σχετικά βιβλία, απομνημονεύματα και φωτογραφικά λευκώματα. Επίσης, διοργανώθηκαν εορτές, ενώ οι σύλλογοι των Γάλλων βετεράνων επισκέπτονταν συχνά τα πεδία των μαχών και τα κοιμητήρια, προκειμένου να θυμηθούν τα παλιά και να αποδώσουν τις πρέπουσες τιμές στους νεκρούς συντρόφους τους. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ρόλος τους ήταν πολύ σημαντικός στη διατήρηση της μνήμης, καθώς κάλυπταν τις όποιες παραλείψεις του γαλλικού κράτους στο θέμα αυτό. Για τους Γάλλους ο Α΄ Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι η πιο σημαντική σύγκρουση καθώς υπερασπίστηκαν την πατρίδα και νίκησαν τους Γερμανούς.

Το βαθύ κόκκινο χρώμα της παπαρούνας θυμίζει τους νεκρούς του Μεγάλου Πολέμου. Αριστερά: Παπαρούνες γύρω από χαρακώματα που έχουν σωθεί στο Βέλγιο.

Εκμετάλλευση από τον φασισμό

Στη Γερμανία, στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης το κράτος προσπάθησε να υποβαθμίσει τη μνήμη του πολέμου. Ομως βετεράνοι και ιδιώτες ίδρυσαν τη Volksbund Deutsche Kriegsgraberfursorge, μια μη κυβερνητική ένωση με σκοπό τη φροντίδα των γερμανικών κοιμητηρίων που βρίσκονταν εκτός των ορίων του γερμανικού κράτους. Στον χώρο της λογοτεχνίας όλοι γνωρίζουν τα αντιπολεμικά έργα του Erich Maria Remarque «Im Westen nichts Neues» και «Der Weg zuruck», όμως στην πραγματικότητα τα πιο δημοφιλή έργα ήταν άλλων συγγραφέων που εξυμνούσαν τον πόλεμο και τη θυσία για την πατρίδα, όπως τα έργα του Ernst Junger. Μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Χίτλερ προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την άποψη ότι η Γερμανία δεν έχασε στον πόλεμο αλλά προδόθηκε, για να ζητήσει τη ρεβάνς.

Στην Ιταλία προσπάθησαν να ξεχάσουν τον πόλεμο όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, καθώς απογοητεύθηκαν από τα μεταπολεμικά κέρδη. Μόνο όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μουσολίνι προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τους βετεράνους του πολέμου και τους νεκρούς, ώστε να στρέψει τους Ιταλούς προς τον φασισμό και τον μιλιταρισμό.

Η σημερινή Ρωσία τιμά το γεγονός

Στη Σοβιετική Ενωση που προέκυψε μέσα από τις ρωσικές αποτυχίες στα μέτωπα του πολέμου για πολλές δεκαετίες η άποψη ήταν εντελώς αρνητική. Οι βετεράνοι του τσαρικού στρατού στα μάτια των Μπολσεβίκων δεν ήταν τίποτε άλλο από «σύμμαχοι-πιόνια» των «ιμπεριαλιστών» Αγγλογάλλων και των συμμάχων τους, οι οποίοι τον προηγούμενο χρόνο είχαν στείλει στρατεύματα στη νότια Ρωσία και στην Ουκρανία κατά του Κόκκινου Στρατού. Επομένως, οι μνήμες τους, τα κατορθώματά τους, η δική τους συμμετοχή δεν μπορούσαν να ενταχθούν στη «νέα» ιστορία, αλλά ανήκαν στο μισητό τσαρικό παρελθόν. Ετσι, για πολλές δεκαετίες η Σοβιετική Ενωση προτιμούσε να προωθεί τη μνήμη του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, δηλαδή του Β΄ Παγκοσμίου, και να αφήνει στην αφάνεια τη συμμετοχή στον Μεγάλο Πόλεμο. Μόνο μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και τη δημιουργία της Ρωσικής Ομοσπονδίας οι Ρώσοι άρχισαν να ανακαλύπτουν τη συμμετοχή τους στον Πρώτο Πόλεμο, να δημιουργούν μνημεία και κοιμητήρια και να συμμετέχουν στους συμμαχικούς εορτασμούς.

Για τα μικρότερα κράτη η μνήμη του πολέμου είναι άμεσα συναρτημένη με τη συμμετοχή τους σε αυτόν. Οι Σέρβοι θεωρούν ότι η εμπλοκή τους στον πόλεμο αυτόν αποτελεί την πιο ένδοξη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας τους, με αποκορύφωμα το επίτευγμα του σερβικού στρατού να ανακαταλάβει τα σερβικά εδάφη από τα οποία είχε υποχωρήσει άτακτα τον Οκτώβριο του 1915 για να διαφύγει, μέσω Μαυροβουνίου και Αλβανίας, στην Κέρκυρα. Στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης πρέπει να τονιστεί η ιδιαίτερη θέση των Σέρβων βετεράνων του πολέμου. Για κάθε Σέρβο η προσφώνηση Solunac (δηλαδή ο Σέρβος της Θεσσαλονίκης) ήταν ένας τίτλος τιμής. Το μεσοπολεμικό κράτος προώθησε την ενότητα των γιουγκοσλαβικών λαών, αλλά οι Σέρβοι είχαν ιδιαίτερη θέση σε αυτό, καθώς ήταν αυτοί που πολέμησαν για τη δημιουργία του. Ολη η μεσοπολεμική σερβική λογοτεχνία εξυμνούσε τον σερβικό ηρωισμό, ενώ το σερβικό κράτος δημιούργησε μνημειακά κοιμητήρια για τους νεκρούς του πολέμου στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη.

Ο Τίτο θέλησε να θέσει στο περιθώριο αυτή την πολιτική της μνήμης, προωθώντας αυτή των παρτιζάνων και του γιουγκοσλαβικού. Ομως σήμερα η Σερβία έχει ξαναγυρίσει στο παρελθόν του Πρώτου Πολέμου και τιμά τη συμμετοχή της σε αυτόν με μεγάλη επισημότητα και μαζικότητα.

Πολιτική αποσιώπησης και άγνοιας στην Ελλάδα

Για τους Ελληνες ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι ο λιγότερος γνωστός πόλεμος του 20ού αιώνα. Είναι ο πόλεμος που στιγματίστηκε από τον Εθνικό Διχασμό. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι Ελληνες και το κράτος ασχολήθηκαν κυρίως με τη συνέχιση του Εθνικού Διχασμού και το θέμα των προσφύγων. Πρέπει να επισημανθεί ότι στην Ελλάδα η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων, όπου ο Κωνσταντίνος δοξάστηκε ως αρχιστράτηγος, προβλήθηκε ιδιαίτερα μόνο μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας το 1935. Ταυτόχρονα, βέβαια, αποσιωπήθηκε η περίοδος του Μεγάλου Πολέμου, η οποία ήταν συνδεδεμένη με τις αποτυχημένες στην πράξη πολιτικές του. Μέχρι το 1974 ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το Μακεδονικό Μέτωπο παρέμειναν στην αφάνεια, στο πλαίσιο μιας πολιτικής αποσιώπησης των ευθυνών της μοναρχίας. Αλλά και μετά τη Μεταπολίτευση παρέμεινε στην αφάνεια, καθώς δόθηκε προτεραιότητα αρχικά στην πολιτική αποκατάσταση του Βενιζέλου και στη συνέχεια στην ανάδειξη της Εθνικής Αντίστασης στη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944).

Ο Μεγάλος Πόλεμος δεν έγινε αντικείμενο ηρωικής αφήγησης από τους Ελληνες λογοτέχνες. Αντιθέτως, μάλιστα, η έκδοση των βιβλίων του Στράτη Μυριβήλη, που είχε πολεμήσει ως εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους, στο Μακεδονικό Μέτωπο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία, σηματοδοτεί την έναρξη της αντιπολεμικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Στην ίδια τη Μακεδονία, που ήταν για πολλά χρόνια σκαμμένη από τις βόμβες και τα χαρακώματα και η οποία φιλοξενούσε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, η μνήμη του πολέμου εξαφανίστηκε με βίαιο τρόπο. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Μακεδονίας υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη γη του το διάστημα 1923-1924, ενώ ήδη από το 1922 είχαν φθάσει στη Μακεδονία τουλάχιστον διπλάσιοι πρόσφυγες. Αυτοί δεν γνώριζαν τίποτε για το Μακεδονικό Μέτωπο ούτε για τους στρατούς που είχαν συγκρουστεί στη Μακεδονία. Τα χαρακώματα, τα πεδία των μαχών και τα στρατιωτικά κοιμητήρια τούς ήταν άγνωστα. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τη δική τους μνήμη, τη μνήμη των «χαμένων πατρίδων». Και αυτή τη μνήμη διατηρούν οι απόγονοί τους μέχρι σήμερα. Τα σωματεία και οι οργανώσεις τους προσπάθησαν και προσπαθούν να διατηρήσουν τη μνήμη των «χαμένων πατρίδων» και την πολιτιστική τους ταυτότητα. Ετσι, αυτοί οι νέοι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν έγιναν κοινωνοί της σύγχρονης ιστορίας της.

Ομως η πολιτική της αποσιώπησης και της άγνοιας έφθασε στο τέλος της στην Ελλάδα με την επέτειο των 100 ετών από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτα στη Μακεδονία και στη συνέχεια και στην υπόλοιπη Ελλάδα έγιναν διεθνή συνέδρια, οργανώθηκαν εορτασμοί και τελετές, στήθηκαν μνημεία αναζητήθηκαν και τιμήθηκαν οι νεκροί του πολέμου. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, δεν έχουμε τη διατήρηση ή την ενίσχυση της ιστορικής μνήμης, αλλά την εκ νέου δημιουργία της με τη συστηματική ενασχόληση με τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, έτσι ώστε να λάβει τη θέση που της πρέπει στη σύγχρονη πολιτική και στρατιωτική ιστορία.

* Ο κ. Βλάσης Βλασίδης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Tags:

HellasPlus - Hellas+
Reset Password
Compare items
  • Total (0)
Compare
0